Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
Ο βίος και η πολιτεία των διεθνών Οίκων Αξιολόγησης: Moody΄s, S&P, Fitch!
H ιστορία αρχίζει πριν από περίπου 100 χρόνια, όταν στις ΗΠΑ ξεκίνησε η κατασκευή του τεράστιου σιδηροδρομικού δικτύου. Η εύρεση εκείνων των επενδυτών, οι οποίοι θα ήταν διατεθειμένοι να χρηματοδοτήσουν με αρκετά υψηλά ποσά τις, άγνωστες τότε, εταιρείες κατασκευής σιδηροδρομικών δικτύων, ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα.
Εκείνη ακριβώς την εποχή ο John Moody, ένας πανέξυπνος χρηματοοικονομικός αναλυτής, διέγνωσε το πρόβλημα και διέκρινε τη λύση του, δημιουργώντας το 1909 την πρώτη εταιρεία αξιολόγησης πιστωτικών κινδύνων.
Επινοώντας την αξιολόγηση με τα αρχικά γράμματα του αλφαβήτου (ABC), καθιέρωσε τη βαθμολογία «ΑΑΑ» (και τα παράγωγά της), που έκτοτε υποδηλώνει το χαμηλότερο δυνατό ρίσκο με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ένας επενδυτής όταν δανείζει τα χρήματά του σε μία επιχείρηση (σε ένα κράτος κ.λπ.).
Σύντομα, το 1916, εισήλθε στον χώρο η Standard Statistics (η σημερινή Standard & Poor’s), ενώ ακολούθησε η Fitch (1924). Αυτό το ολιγοπώλιο, το «trio inferno» (η τριάδα-κόλαση, ελληνιστί), όπως πλέον αποκαλείται διεθνώς, κατέχει σήμερα το 95% της παγκόσμιας αγοράς.
Έτσι, σταδιακά, μπαίνουν οι βάσεις για την... επικυριαρχία των περίφημων «τριών αδελφών». Σύμφωνα με μελέτη του κ. Β. Βιλιάρδου (οικονομολόγος - πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ με μεταπτυχιακές στο Hamburg Universitat), τόσο ο τζίρος όσο και τα τεράστια καθαρά κέρδη των «τριών αδελφών», τα οποία πλησιάζουν το 40%, αναδεικνύουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διαχρονική αξία της επιχειρηματικής ιδέας.
Η είσοδος δε του κ. Warren Buffett στη Moody’s (αυξημένη πληροφόρηση, ενδεχομένως «έγκαιρη» γνώση των αξιολογήσεων πολλών εταιρειών κ.λπ. - εάν τυχόν γνωρίζεις από πριν την ύστερη υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας μίας επιχείρησης ή ενός κράτους, μπορείς να κερδίσεις τεράστια ποσά) ερμηνεύει, σε κάποιον βαθμό βέβαια, ένα μέρος των πασίγνωστων επενδυτικών επιτυχιών του.
Παραμένει φυσικά παράδοξο το γεγονός ότι οι υπόλοιπες ανεπτυγμένες οικονομίες (Ε.Ε., Ιαπωνία κ.λπ.) δεν κατάφεραν ή δεν φρόντισαν να δημιουργήσουν ανάλογες εταιρείες, αφήνοντας έρμαια στις διαθέσεις των αμερικανικών εταιρειών αξιολόγησης τόσο τις επιχειρήσεις τους όσο και τους δημόσιους τομείς τους (αλίμονο σε μία επιχείρηση ή σε ένα κράτος που τυχόν βρεθεί, για παράδειγμα, στο στόχαστρο της Standard & Poor’s).
Πώς «δουλεύει» το σύστημα
Περαιτέρω, τον Ιούνιο του 1999, όταν ξεκίνησε η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούν (επιβλέπονται) τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αποφασίστηκε η συσχέτιση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών με τη «νόμιμη» αξιολόγηση των επενδυτικών τους τοποθετήσεων.
Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δηλαδή, τα οποία επενδύουν σε χρεόγραφα με υψηλή πιστωτική αξιολόγηση, χρειάζεται να δεσμεύουν σημαντικά χαμηλότερα εγγυητικά κεφάλαια - οπότε μπορούν να πολλαπλασιάζουν τις πιστώσεις τους (ακολούθησε ο χορός της υπερχρέωσης και η απόλυτη ηγεμονία των εταιρειών αξιολόγησης).
Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ, για την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος αξίας 1.000.000 ευρώ, με αξιολόγηση «ΑΑΑ», η τράπεζα υποχρεώνεται να κατέχει ίδια κεφάλαια ύψους μόλις 5.600 ευρώ (περίπου 178 φορές λιγότερα). Εάν όμως η αξιολόγηση του προϊόντος μειωθεί στο «Ba1», τότε το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, για το ίδιο προϊόν, στις 200.000 ευρώ (μόλις 5 φορές λιγότερα, έναντι 178 του προηγουμένου).
Τέλος, εάν η αξιολόγηση μειωθεί ακόμη περισσότερο, στο «B1», τότε η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να διατηρεί ολόκληρο το ποσό (100%) ως «αντίκρισμα» - επομένως χρειάζεται 178 φορές περισσότερα ίδια κεφάλαια για ένα χρεόγραφο «Β1» από ό,τι για ένα χρεόγραφο με την αξιολόγηση «ΑΑΑ» (ας φανταστούμε εδώ τι σημαίνει για μια χώρα -η οποία έχει διαθέσει ομόλογα του Δημοσίου της στις τράπεζες- η ενδεχόμενη υποτίμηση της πιστοληπτικής της ικανότητας: σε σχέση τόσο με το επιτόκιο που η ίδια πληρώνει όσο και με τα επιπλέον κεφάλαια που πρέπει να δεσμεύσουν ξαφνικά οι τράπεζες οι οποίες έχουν ήδη αγοράσει τα ομόλογά της).
Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση έχει άμεση σχέση τόσο με την κεφαλαιακή επάρκεια όσο και με τον όγκο των συναλλαγών ενός πιστωτικού ιδρύματος, αφού όσο καλύτερη αξιολόγηση διαθέτουν τα προϊόντα (χρεόγραφα) στα οποία επενδύει, τόσο λιγότερα ίδια κεφάλαια χρειάζεται και τόσο περισσότερες πιστώσεις μπορεί να προσφέρει στους υπόλοιπους πελάτες του (χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καταναλωτών κ.λπ.).
Από την αντίθετη πλευρά, όταν μειώνεται η αξιολόγηση των χρεογράφων, στα οποία έχει ήδη επενδύσει η τράπεζα, είναι υποχρεωμένη να αποσύρει πολλαπλάσιες πιστώσεις από την κανονική αγορά, έτσι ώστε να διατηρήσει την υποχρεωτική από τη νομοθεσία κεφαλαιακή της επάρκεια - με δυσμενείς συνέπειες αφενός μεν για την πραγματική οικονομία (πιστωτική παγίδα), αφετέρου δε για την ίδια (μείωση του τζίρου και των κερδών της).
Συνεχίζοντας, όσον αφορά στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, όσο καλύτερη αξιολόγηση έχουν τόσο ευκολότερα δανείζονται από τις τράπεζες, τόσο χαμηλότερα επιτόκια πληρώνουν και τόσο φθηνότερες τιμές ή μεγαλύτερες πιστώσεις λαμβάνουν από τους προμηθευτές τους (επηρεάζεται ακόμη και η χρηματιστηριακή τιμή τους, αφού πολλά επενδυτικά ταμεία είναι υποχρεωμένα να τοποθετούνται μόνο σε τίτλους που διαθέτουν την υψηλότερη αξιολόγηση - «ΑΑΑ»).
Όσον αφορά στις ασφαλιστικές εταιρείες, διαπιστώνουμε αντίστοιχες... επιδράσεις - ιδιαίτερα σε αυτές που ασφαλίζουν, μέσω των CDOs, επενδυτικά προϊόντα ή ομόλογα του Δημοσίου. Τα ετήσια ασφάλιστρα, δηλαδή, ή τα «επιτόκια» (αποδόσεις) των CDOs διαμορφώνονται ανάλογα με την αξιολόγηση του ασφαλιζομένου.
Τα ίδια σχεδόν ισχύουν και για τα κράτη, των οποίων ο δανεισμός καθώς επίσης και το επιτόκιό του είναι μεγέθη απολύτως ανάλογα της αξιολόγησής τους - δηλαδή όσο χαμηλότερη είναι η αξιολόγησή τους τόσο περισσότερους τόκους εισπράττουν οι πιστωτές τους για το αυξημένο ρίσκο τους (για παράδειγμα, όταν ένα κράτος δανείζεται 300 δισ. ευρώ, όσο υποθέτουμε το δικό μας, τότε 2% μεγαλύτερο επιτόκιο σημαίνει 6 δισ. ευρώ επιπλέον ετήσιους τόκους!) και τόσο δυσκολότερη είναι η πρόσβασή τους στις διεθνείς χρηματαγορές.
Τεράστια δύναμη
Από όλα τα παραπάνω τεκμηριώνεται μάλλον επαρκώς η τεράστια ισχύς των εταιρειών αξιολόγησης, που ουσιαστικά είναι αυτές που αποφασίζουν για τις τύχες των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ασφαλιστικών εταιρειών, των νέων επενδυτικών προϊόντων και των ίδιων των κρατών.
Δεν θα ήμασταν ίσως υπερβολικοί εάν ισχυριζόμασταν ότι τόσο το μέλλον του καπιταλιστικού συστήματος όσο και η σημερινή ή οι μελλοντικές κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος βρίσκονται σε άμεση σχέση με τις τρεις αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης - με το «trio inferno».
Ας μην ξεχνάμε ότι ακριβώς αυτές, δίνοντας βαθμολογία «ΑΑΑ» σε πολλά «μη αξιολογήσιμα» CDOs, βασισμένα στα γνωστά μας ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subprimes), οδήγησαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο χείλος της αβύσσου - θα είχε μάλλον καταστραφεί εάν δεν παρενέβαιναν, αμέσως και από κοινού, όλα τα κράτη για να το διασώσουν, διακινδυνεύοντας μια δημοσιονομική κρίση άνευ προηγουμένου.
Χωρίς κανέναν έλεγχο
Βέβαια, υποθέτει κανείς ότι μια τόσο ευαίσθητη χρηματοπιστωτική λειτουργία όσο αυτή της αξιολόγησης υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο του κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους οι συγκεκριμένες εταιρείες - αν όχι σε έναν διεθνή ελεγκτικό οργανισμό. Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο: πρόκειται για τρεις ιδιωτικές επιχειρήσεις, με έδρα τη Νέα Υόρκη, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο κανενός. Η μοναδική τους υποχρέωση είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους τους!
Ακόμη χειρότερα, οι όποιες αξιολογήσεις τους δεν χρειάζεται καν να είναι σωστές. Ουσιαστικά εκφράζουν την υποκειμενική άποψη των τριών εταιρειών, κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτήν των δημοσιογράφων του οικονομικού Τύπου, οι οποίοι αναλύουν εισηγμένες ή άλλες επιχειρήσεις, χωρίς να αναλαμβάνουν την παραμικρή προσωπική ευθύνη και χωρίς να ελέγχονται από κάποιους ειδικούς για τα γραφόμενά τους.
Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, επειδή δηλαδή εκφράζουν απλώς τις υποκειμενικές απόψεις τους «επιφυλασσόμενες», δεν μπορεί κανένας δημόσιος ή άλλος οργανισμός να τις καλέσει σε απολογία - πόσο μάλλον να τις κατηγορήσει ή να καταθέσει αγωγές εναντίον τους.
Επιπλέον (το «ετεροβαρές ρίσκο» στην απόλυτη επικράτησή του, σε συνδυασμό με «δικαιοπρακτικά» αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα), οι εκτιμήσεις τους πληρώνονται από τους χρεώστες: από αυτούς δηλαδή που ζητούν να αξιολογηθούν για να δανειστούν χρήματα και όχι από τους πιστωτές τους, οι οποίοι τους δανείζουν!
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου